Τετάρτη 17 Νοεμβρίου 2010

Νικόλαος Γύζης, Nikolaos Gyzis (1842-1901)



Λοιπόν ας ελπίζωμεν και ας ζητούμεν να είμεθα εύθυμοι”

Ο Νικόλαος Γύζης είναι ένας από τους μεγαλύτερους Έλληνες ζωγράφους και ανήκει στη σχολή του Μονάχου, μεταξύ των οποίων είναι και ο Νικηφόρος Λύτρας, ο Κωνσταντίνος Βολανάκης, ο Ιωάννης Αλταμούρας και άλλοι. Γεννήθηκε στο Σκλαβοχώρι της Τήνου και από μικρή ηλικία έδειξε την κλίση του στη ζωγραφική. Οι δικοί του μετακόμισαν στην Αθήνα το 1850 και ως το 1864 φοιτά στο Σχολείο Τεχνών. Στο τέλος των σπουδών του, μέσω ενός φίλου του και επίσης σημαντικού ζωγράφου, Νικηφόρο Λύτρα, γνωρίζει τον πλούσιο φιλότεχνο Νικόλαο Νάζο, ο οποίος μεσολαβεί και του δίνεται υποτροφία από το Ευαγές Ίδρυμα του Ναού της Ευαγγελιστρίας Τήνου και συνεχίζει τις σπουδές του το 1865 στην Ακαδημία του Μονάχου. Μαζί του είναι και ο Λύτρας. Για να ανταπεξέλθει ο Γύζης στις δυσκολίες που του προκαλούν οι καθυστερήσεις της υποτροφίας του ζωγραφίζει μικρούς πίνακες, οι οποίοι αγοράζονται εύκολα και γρήγορα ενστερνίζεται το πνεύμα του Μονάχου, ώστε να χαρακτηρίζεται ο «γερμανικότερος των Γερμανών». Πρώτος δάσκαλός του ήταν ο Άνσουτς κι ακολούθησε ο Α. φον Βάγκνερ, στην τάξη του οποίου μπήκε τον Απρίλιο του 1867. Το 1870 σημειώνει σημαντική επιτυχία  με έναν πίνακα του κύκλου της Γερμανικής ηθογραφίας  με θέμα την “Εξέταση των σκύλων”. Το  1871 κερδίζει το ασημένιο μετάλλιο  της Ακαδημίας και χρηματικό έπαθλο για το έργο του “Ειδήσεις νίκης”. Αποκτά σπουδαία φήμη στη Γερμανία.
Το 1872 επιστρέφει στην Ελλάδα και μετά από ένα σύντομο ταξίδι στη Μ. Ασία με τον Λύτρα ξαναγυρίζει στη Γερμανία. Τον Αύγουστο του 1880 ανακηρύσσεται επίτιμο μέλος της  Ακαδημίας Καλών Τεχνών του Μονάχου και την Πρωτοχρονιά του 1881 αναγνωρίζεται επίσημα απ' την Ελλάδα. Το 1882 εκλέγεται καθηγητής της Ακαδημίας του Μονάχου και στη Διεθνή Έκθεση βραβεύεται για την ''Αποστήθιση''. Από το 1884 αρχίζει να μελετά σε βάθος τη ζωή και το πνεύμα των αρχαίων. Το 1887 ζωγραφίζει το λάβαρο του Πανεπιστημίου Αθηνών. 
 Ακολουθούν πολλές διεθνείς διακρίσεις και βραβεία, καθώς και το αργυρό μετάλλιο για το ''Δίπλωμα των Ολυμπιακών αγώνων'' (1896)  που είχε ως θέμα τον Ευαγγελισμό της Ελλάδας. Το καλοκαίρι του 1900 ο Γύζης αρρωσταίνει  από  λευχαιμία και τον Ιανουάριο του 1901 πεθαίνει στο Μόναχο.



                                            
                                                                     τα πρώτα γράμματα


                                                               αγόρι με κεράσια

                                                                          το γούρι


                                                                κορίτσι που παίζει


                                                                           ο κουρέας


                                                                     παππούς και παιδιά


                                                                         η αποστήθιση


                                                                   μητέρα και παιδί


                                                                       μικρό κορίτσι


                                                                   τ' αρραβωνιάσματα


                                                                              το τάμα


                                                                               Ιστορία


                                                                              αράχνη


                                                                       Ιδού ο Νυμφίος



Κυριακή 14 Νοεμβρίου 2010

Γιαννούλης Χαλεπάς, Giannoulis Halepas (1851-1938)



Όταν η πεντάχρονη ανεψιὰ του Κατερίνα καθόταν στα γόνατά του και χάιδευε τα πάλλευκα γένεια, τον παρακαλούσε: Παππού πές μου ένα παραμύθι». Και ο μαρτυρικὸς γέροντας απαντούσε: «Παραμύθι! Τί παραμύθι να σου πώ; Να, εγὼ ο ίδιος, είμαι παραμύθι». 


 Ο Γιαννούλης Χαλεπάς θεωρείται από τους κορυφαίους Έλληνες γλύπτες και τ' όνομά του συνδέθηκε με την ''Κοιμωμένη'', έργο μεγάλης αισθητικής και ομορφιάς που βρίσκεται στο Ά Νεκροταφείο Αθηνών και παριστά κόρη που κοιμάται τον αιώνιο ύπνο.
Γεννήθηκε στο χωριό Πύργος της Τήνου τον Αύγουστο του 1851. Ο πατέρας του διηύθυνε  ένα εργαστήρι μαρμαρογλυπτικής με παραρτήματα στη Σμύρνη,το Βουκουρέστι και τον Πειραιά. Μεγαλύτερος από τα πέντε αδέλφια του, προοριζόταν απ' τους δικούς του να γίνει έμπορος, αλλά εκείνος αντέδρασε θέλοντας να σπουδάσει γλυπτική. Μαθήτευσε απ' το 1869 έως το 1872 στη Σχολή Καλών Τεχνών Αθήνας και τον επόμενο χρόνο έφυγε με υποτροφία για να σπουδάσει στην ακαδημία του Μονάχου κοντά στον Max Windmann μέχρι τις αρχές του 1876, όταν επέστρεψε στην Αθήνα και άνοιξε δικό του εργαστήρι.
Το 1877 τελείωσε τον ''Σάτυρο'' και τον ίδιο χρόνο έλαβε την παραγγελία για την ''Κοιμωμένη'' του, για το επιτύμβιο της Σοφίας Αφεντάκη.

     "Στις αρχές του 1878 έρχεται στο ατελιέ του Γιαννούλη Χαλεπά, η κυρία Αφεντάκη για να του δώσει μια παραγγελία. Μαζί της έχει τη φωτογραφία μιας όμορφης κόρης... Μόλις έφυγε, αμέσως βάλθηκε να βασανίζει το μυαλό του, τι έργο να κάμει... Έτσι το τελείωσε, κατόπι το σκάλισε στο μάρμαρο και στα 1880 η "Κοιμωμένη", το άγαλμα που του έδωσε τη φήμη, βρισκόταν στη γνωστή θέση του -μ' αλίμονο δίχως την υπογραφή του- πάνω στον τάφο της Σοφίας Αφεντάκη".                     

Τον χειμώνα του 1877-78 ενώ δούλευε το κεφάλι ενός ''Σάτυρου'' και μια σύνθεση, τη ''Μήδεια'' έπαθε νευρική κρίση και αρχίζει να εκδηλώνει καταστροφικές τάσεις. Ενώ είχε σχεδόν ολοκληρώσει τη ''Μήδεια'' ξεσπά και κομματιάζει το γύψινο πρόπλασμά του. Είχε προηγηθεί ένας αποτυχημένος έρωτας με μια συγχωριανή του στην Τήνο και μαζί με την σωματική και πνευματική υπερκόπωση κατέρρευσε.

«Έκανα όλο Σατύρους. -καταγράφει τα λόγια του ο Στρατής Δούκας-. Τότε έκανα και το κεφάλι του Σατύρου που χάρισα στον ανιψιό μου. Κόντεψα όμως να τον χαλάσω κι αυτόν. Τι δεν του πέταξα για να τον σπάσω. Βλέπετε; Εδώ είναι πηλός που του πέταγα στα μούτρα κι εδώ μολυβιές και ξυσίματα με τα νύχια. Ήθελα να σταματήσω το σαρκαστικό του γέλιο, που με πείραζε. Πάνω στην τρέλα μου θαρρούσα πως με κορόιδευε» (Γιαννούλης Χαλεπάς, 1978, σ. 26)

 Επιχειρεί πολλές φορές ν' αυτοκτονήσει και οι δικοί του τον στέλνουν ένα μεγάλο ταξίδι και επισκέπτεται τη Ρώμη, τη Φλωρεντία, τη Νάπολι επειδή πίστευαν ότι η συνάντησή του με τα μεγάλα έργα τέχνης θ' αφύπνιζε το πνεύμα του. Υπήρξαν πράγματι στιγμές αναλαμπών, μόνο που ήταν πρόσκαιρες και έπειτα βυθιζόταν και πάλι στην ψυχική απομόνωσή του.
Η επιδείνωση της κατάστασής του θα τον οδηγήσει στον εγκλεισμό του στο ψυχιατρείο της Κέρκυρας και το 1902, μετά τον θάνατο του πατέρα του θα ζήσει έγκλειστος στον Πύργο υπό την επιτήρηση της μητέρας του. Κατά καιρούς επιχειρεί να ξαναδουλέψει, να δουλέψει με πηλό, να σχεδιάσει, αλλά η μητέρα του κατέστρεφε κάθε του προσπάθεια πεπεισμένη ότι υπαίτια της διαταραγμένης ψυχικής και πνευματικής του κατάστασης ήταν η τέχνη.
Μετά τον θάνατο της μητέρας του, το 1916, την ίδια μέρα κλείνεται στο υπόγειο, σκουπίζει τον χώρο και τον μετατρέπει σε εργαστήρι. Όταν τακτοποίησε το εργαστήρι βγήκε στα χωράφια και μάζεψε τον πηλό που είχε πετάξει η μητέρα του και άρχισε να ξαναδουλεύει. Όλα τα έργα της Τήνου είναι φτιαγμένα από κοκκινόχωμα και άμμο, υλικό που πάντοτε μάζευε μόνος του.
Από εκείνη τη μέρα αρχίζει μια καινούργια περίοδος στη δουλειά του, η οποία διαρκεί έως το 1930. Παράλληλα εκδηλώνεται η σκληρή κοινωνική στάση απέναντι στον καλλιτέχνη που θεωρούσαν παλαβό, τραυματίζοντάς τον με χλεύη, ειρωνεία και τέλεια εγκατάλειψη. Εκείνος χωρίς τη φροντίδα κανενός και ρακένδυτος ήταν κλεισμένος στο υπόγειό του και δούλευε τον πηλό που μάζευε μόνος του. Τότε απεγνωσμένος ζητά να φύγει απ' το σκληρό κοινωνικό του περιβάλλον και γράφει στον ανιψιό του, σύζυγο της επίσης ανιψιάς του Ειρήνης : «Αγαπημένε μου Βασιλάκη, θέλω να έλθω εις την Αθήνα να ξεκουραστώ λιγάκι, διότι εδώ κουράζομαι πολύ». Η Ειρήνη πήγε στην Τήνο, όπου τον βρήκε σε άσχημη κατάσταση. Έτσι τον Σεπτέμβρη του 1930 ήλθε στην Αθήνα στο σπίτι της Ειρήνης, όπου λίγο πιο δίπλα έφτιαξε το εργαστήρι του. Άρχισε να φτιάχνει έναν μικρό Οιδίποδα, τον οποίο αργότερα μεγάλωσε, καθώς και τον ''Άγγελο'' της Πολίτου και την ''Αναπαυομένη''. Τ' αγαπημένα θέματα που επαναλαμβάνει ως τα βαθειά γηρατειά είναι η ''Μήδεια'', ο ''Σάτυρος και ο Έρως'', το ''Παραμύθι της Πεντάμορφης''. Στη δουλειά του δε χρησιμοποιούσε εργαλείο, αλλά δούλευε με το δάχτυλο. Κοντά στους δικούς του έζησε, μέχρι το 1938 μια τελευταία περίοδο δημιουργίας και δόξας, καθώς πήγαιναν στο εργαστήρι του πολλοί καλλιτέχνες, λόγιοι, δημοσιογράφοι για να τον γνωρίσουν. Στα 87 του χρόνια, το 1938 χτυπήθηκε από ημιπληγία και λίγο αργότερα πέθανε.

''Κοίταξε επίμονα για τελευταία φορά, σαν όλα τα δημιουργήματά του να είχαν ζωντανέψει και τον περικύκλωσαν, φίλησε με περιπάθεια την αγαπημένη ανιψιά του, χαμογέλασε με απέραντη καλοσύνη κι έκλεισε τα μάτια για πάντα". Πέθανε στις 15 Σεπτέμβρη.
   
"Ο κύκλος των ημερών του είχε συμπληρωθεί. Η τελευταία στιγμή έφθασε, σβήνοντας απαλά, απ' τα κουρασμένα μάτια του, το πρόσκαιρο τοπίο της ζωής. Ο Χαλεπάς απ' αυτή τη στιγμή υπάρχει σαν θρύλος. Είναι ο καλλιτέχνης που έζησε τη ζωή του πλήρη, τρυγώντας ώς τον πάτο το ξέχειλο ποτήρι του πόνου και της δημιουργικής χαράς, που του πρόσφερε η αδυσώπητη μοίρα του. Ο μεγαλοφυής καλλιτέχνης με το καλλιτεχνικό δαιμόνιο, που δεν υποτάχτηκε στους συμβιβασμούς, δεν προσκύνησε τη δύναμη. Επαναστάτης στα καθιερωμένα, στερημένος από κάθε απόλαυση, ολιγαρκής και ασκητικός, ακούραστος μόνο στις ανώτερες προτροπές του πνεύματος, ήταν επόμενο να μαρτυρήσει. Έζησε κι απέθανε όπως οι όσιοι, ακτήμων, με μόνη του περιουσία τα πήλινά του προπλάσματα, συλλήψεις μες από τις αστραπές της φαντασίας του και τις φλόγες ενός έρωτα ανικανοποίητου", έγραψεν ο Στρατής Δούκας στο βιβλίο του "Ο Βίος Ενός Αγίου". "Ο Χαλεπάς είναι ο νεοέλληνας καλλιτέχνης που, μ' όποιον όνομα και να τον καλέσουμε, θα 'ταν κατώτερο από τη μεγαλοσύνη του".





                                                                           Κοιμωμένη 


                                                                     Σάτυρος και έρως 



                                                                       άγγελος καθιστός



                                                                         φιλοστοργία 



                                                                              αρχάγγελος 


                                                                           προσευχομένη 


                                                                   Οιδίποδας κ Αντιγόνη

    
                                                                   μεγάλη αναπαυομένη



                                                παραμύθι της πεντάμορφης                                       (λεπτομέρεια)

  
                                                                             Μήδεια 




Πέμπτη 16 Σεπτεμβρίου 2010

Γκυστάβ Ντορέ, Gustave Doré (1832-1883)


Ο Γκυστάβ (Γουσταύος) Ντορέ γεννήθηκε στο Στρασβούργο το 1832. Έγινε εικονογράφος βιβλίων στο Παρίσι και οι παραγγελίες του περιλάμβαναν έργα του Rabelais, του Balzac, του Dante. Το 1853 του ζητήθηκε να εικονογραφήσει έργα του Lord Byron. Την παραγγελία αυτή ακολούθησαν και άλλες από Βρετανούς εκδότες, συμπεριλαμβανομένης και μιας εικονογραφημένης Αγγλικής Βίβλου. Η Βίβλος του Ντορέ σημείωσε τεράστια επιτυχία και τo 1867 οργάνωσε στο Λονδίνο μια μεγάλη έκθεση, η οποία έδωσε την αφορμή για την ίδρυση της Dore Gallery στην New Bond Street. Μία από τις πιο γνωστές εικονογραφήσεις ήταν και το Κοράκι, The Raven του Edgar Allan Poe. Το 1869 ο Blanchard Jerrold πρότεινε στον Ντορέ να συνεργαστούν για τη δημιουργία ενός καλλιτεχνικού ρεαλιστικού πορτρέτου του Λονδίνου. Ο Ντορέ υπέγραψε ένα πενταετές συμβόλαιο με τους εκδότες Grant & Co, με την προϋπόθεση να μένει για τρεις μήνες τον χρόνο στο Λονδίνο. Ο Ντορέ εισέπραξε την αμοιβή των 100.000 λιρών τον χρόνο και το βιβλίο London: A Pilgrimage, με 180 χαρακτικά του Ντορέ εκδόθηκε το 1872. Αν και γνώρισε μεγάλη επιτυχία πολλοί κριτικοί το αποδοκίμασαν, γιατί προτίμησε να εστιάσει στην οικονομική φτώχεια που μάστιζε εκείνη την εποχή το Λονδίνο. Παρ' όλα αυτά με αφορμή την εμπορική επιτυχία του βιβλίου δέχτηκε και άλλες παραγγελίες, ανάμεσα στις οποίες είναι και οι  Paradise Lost, Idylls of the King, και The Divine Comedy.
Η δουλειά του παρουσιάστηκε επίσης στο περιοδικό Illustrated London News. Ο Ντορέ συνέχισε να εικονογραφεί μέχρι τον θάνατό του το 1883.



                                                                    andromeda


                                                                         la siesta


                                                                               Jacob


                                                                            elaine


                                                                           neophyte


                                                                    Dante's inferno


                                                                        Dante's Inferno


                                                                              Paradise


                                                                               Raven


                                                                            Raven


                                                                           two owls


Πηγές για τον Γκυστάβ Ντορέ : http://en.wikipedia.org/wiki/Gustave_Dor%C3%A9

Τετάρτη 1 Σεπτεμβρίου 2010

Γιώργος Μπλάνας (1959-2024 )

Ο Γιώργος Μπλάνας (γενν. 1959 στην Αθήνα) είναι έλληνας ποιητής, μεταφραστής και επιμελητής εκδόσεων. Ζει κι εργάζεται στο Αιγάλεω, όπου και μεγάλωσε. Σπούδασε βιβλιοθηκονομία και ηλεκτροτεχνία και εργάστηκε μεταξύ άλλων ως βιβλιοθηκάριος και διαφημιστής. Το 1987 ντεμπουτάρισε στην ελληνική λογοτεχνία κυκλοφορώντας τη συλλογή "Η Ζωή Κολυμπά σαν Φάλαινα Ανύποπτη πριν τη Σφαγή". Το 2003 ήταν υποψήφιος των Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας για το ποίημα "Επεισόδιο". Αρθρογραφεί συχνά στον αθηναϊκό τύπο και σε λογοτεχνικά περιοδικά, ενώ διατηρεί τη στήλη "Εγκυκλοπαίδεια Τεράτων" στο περιοδικό Γαλέρα σε εικονογράφηση Κώστα Κυριακάκη.



Ό,τι έχει το χρώμα της θάλασσας σου μοιάζει.
Ακολουθούν: τα νησιά,
με το πράσινο τρίχωμα των βράχων να σαλεύει στο βυθό,
οι ακρογιαλιές, πιο πέρα τα δέντρα βουβά
στις ποδιές των βουνών
κι ακόμα μακρύτερα οι πόλεις
ξαπλωμένες σαν γιγάντια γατιά στις απλωσιές:
δρόμοι, πλατείες, σπίτια, δωμάτια, κρεβάτια, εσύ
να κοιμάσαι μέσα σε θύελλες σεντονιών
κι ο ύπνος σου: διάφανο βότσαλο στο δέρμα των νερών.



 Η Αναπόφευκτη Ανθηρότητά Σου,
 αποσπάσματα
 
Τώρα, Κύριε, γνωρίζω πως ήταν η μορφή σου
μες στη γλυκειά παράδοση του δειλινού.
Θυμάμαι τον πατέρα μου όρθιο στην πόρτα της αυλής,
με τ’ ανθηρά του χέρια να θροΐζουν
στις τσέπες του παντελονιού.
Δε σκέπτεται τίποτε ή το πολύ-πολύ
πως θα πρέπει να μπαλώσει τη σκεπή
τώρα που άνοιξε ο καιρός.
Κι όμως, κάτι σε κείνο το βαθύ
γαλάζιο του απογεύματος τον πείθει
πως νίκησε το θάνατο -
κάτι σαν αίσθηση άνεσης
μέσα στα φρεσκογυαλισμένα του παπούτσια.

Αφέθηκα στα ξύλινα χέρια σου,
ακούγοντας το χρόνο να δουλεύει
με βουλιμία στης νύχτας την καρδιά.
Μικρή παρηγοριά
τα δύσκαρπά σου δάχτυλα κι ακόμη
μικρότερη η απαντοχή των λιγοστών σου φύλλων.
Όμως δεν πέρασε ποτέ απ΄ το νου μου
πως θα μπορούσα να χαθώ σ’ αυτόν τον κόσμο,
πλανούμενος σ’ ένα δάσος αυτόχειρων προσδοκιών.
Όμως δε σκέφτηκα ποτέ πως θα μπορούσε
όλη αυτή η επίμονη κατεργασία του χρόνου να κενώσει
πίστεις και βεβαιότητες,
σχήματα, χρώματα κατακτημένα.
Αφέθηκα, δε σκέφτηκα, μ’ ακόμη ελπίζω
στην αναπόφευκτη ανθηρότητά σου.

Χάνομαι τώρα· με τρομάζει
κάθε του φύλλου κίνημα και κάθε
του άνεμου στεναγμός με συνταράζει.
Πώς γίνομαι έτσι αδύναμος
μπρος στην αφεύγατη παρουσία του χρόνου;
Σπέρνω θανάτους στα όνειρα μου και πασχίζω
να κρατηθώ απ’ την απάθεια των βλαστών.
Τσιρίζεις όμως άξαφνα την αγωνία του αγριμιού
κι όταν ζυγώνει ο πανικός,
λυσσομανώντας κάμαρες πεισματικά βουβές,
χάνεσαι απ’ τη μισάνοιχτη πόρτα των ημερών μου.
























Νύχτα, αποσπάσματα

Κάποτε, κάπου, όμως: σε χρόνο καίριο,
σάμπως τα λόγια να ’χουν τον καιρό τους·
κι ένας, που νομιζότανε πουλί στις φυλλωσιές,
κι άλλος, που συχνογύριζε ’λάφι στις ερημιές,
ακούνε τη φωνή τους.
Μα εγώ μονάχα που άκουγα
ό,τι από τις σκέψεις μου έφερν’ η ακοή τους.

Κάποτε θα ’φευγες, και θα ’μουν
εγώ που θα σου το ζητούσα.
Ξέρεις, καθένας έμαθε
κάποτε, κάπου, μια φορά,
ένα μονάχα τρόπο να ’ναι ·
τ’ άλλα κουβέντες άχρηστες,
μια θλιβερή περιφορά
σε δειλινά που αρνήθηκαν
κάποτε, κάπου, μια φορά,
να μας συντρίψουν.
(Κι όμως, καθένας έμαθε
να νοσταλγεί τη συντριβή του.)
Κάποτε θα ’φευγες · πως ήταν
κάποια στιγμή που φάνηκε να σμίγουν
δρόμοι σαφώς ασύμβατοι, δεν έχει σημασία:
νύχτα, κι η νύχτα, μια φορά
τουλάχιστον, θα κάμψει την κάθε διαφορά.
Όσο για μας: αυτό που φεύγει και μακραίνει
διαφέρει κατά συντριβή
απ’ ό,τι φεύγεται και μένει.

Να ’ξερες μόνο τι σου λέω!
Μια στιγμή πριν μ’ αφανίσει
κείνο το πολυπόθητο σκοτάδι που δερόταν
στην αγκαλιά της, πέρασε μπροστά μου
το φάσμα του προσώπου σου, να εκλιπαρεί το θάνατο μου.
Κι ω, θαύμα! Αντί να ταραχτούν
τα μέλη μου, γυρεύοντας τον τρόμο να ξεφύγουν,
κάτι μέσα μου πήδησε ψηλά, ώστε να δω
το σώμα μου να χάνεται σ’ ένα βυθό αβάσταχτα δικό σου».
Έτσι σκεπτόμουνα, ώρα πολλή, κρατώντας
τα χέρια της ακίνητα μες στα δικά μου,
μη καμιά κίνηση παρα-
μικρή των πολυστέναχτων δακτύλων της με πλήξει
σαν να ’ταν πια η ψυχή μου κάτι ολότελα προσωπικό,
κι η επίμονη σιωπή μου λόγια
που μαρτυρούσαν ένα πάθος
πάντα ειπωμένο απλά και πάντα γλυκύτατα βουβό.





























                                                                                                                  Η Ζωή Κολυμπά Σαν Φάλαινα Ανύποπτη Πριν Τη Σφαγή

Η αγάπη τρέφει τη ζωή,
ο θάνατος πορεύει την αγάπη.
Σέρνουν οι πόθοι την τυφλή
καρδιά τους σ’ ένα τόπο τυφλό,
πληθαίνοντας τους ίσκιους του χρόνου,
τσιρίζοντας μια γλώσσα θερισμένη
απ’ την αλύπητη ταχύτητα του πάθους.
Πάνω, σκοτάδι μουγκό:
η σάρκα του κήτους, θολή
και πιο πάνω, ψηλά: η γαλήνη
να λιάζεται σαν γάτα γκαστρωμένη
στα σκαλιά του Παραδείσου.


Ποίηση και Φιλοσοφία, άρθρο Γιώργου Μπλάνα


Πηγή για Γιώργο Μπλάνα : http://www.poiein.gr/archives/1521/index.html



Τέχνη & Ποίησις en-texnon.blogspot.com/

Τρίτη 31 Αυγούστου 2010

Ντίλαν Τόμας, Dylan Thomas (1914-1953)



«Η ποίηση είναι η διήγηση της ζωής που παλεύει να βρει λίγο φως»


 Ο Ντίλαν Τόμας γεννήθηκε το 1914 στο Σουόνσι της Ουαλίας, ένα λιμάνι από όπου ο ποιητής θα γνωρίσει τη ζωή των ψαράδων, των ανθρακωρύχων, τη ζωή των φτωχών εργατών. Οι εικόνες αυτές επανέρχονται στην ποιητική του διαδρομή, ήδη από την ηλικία των δεκατεσσάρων ετών, όταν συνέθετε ποιήματα εξαιρετικής ωριμότητας που αναδείκνυαν μια οξυμένη αντίληψη της αγγλικής γλώσσας.
Τα χρόνια που ακολουθούν διαβάζει ακατάπαυστα. Τα διαβάσματά του εκτείνονται από τον Τόμας Μπράουνινγκ, τον ντε Κουίνσι και τον Μπλέικ, στον Μάρλοου, τον Τσαμς, τους Εικονιστές, τη Βίβλο, τον Πόε, τον Κιτς, τον Λόρενς, σκωτσέζικες μπαλάντες και λαϊκούς θρύλους και αργότερα τον Σαίξπηρ. 
Παράλληλα, γράφει τα πρώτα του ποιήματα κάνοντας πειράματα με τις λέξεις. Το 1934 εκδίδει την πρώτη του ποιητική συλλογή, «18 ποιήματα». Στο μεταξύ μετακομίζει στο Λονδίνο, έναν μόλις μήνα πριν την έκδοση των «18 ποιημάτων». Είχε επενδύσει σχεδόν τα πάντα στην αποδοχή του έργου του από τους κριτικούς και όταν εκείνοι το απέρριψαν οδηγήθηκε στην αυτοκαταστροφή του, με μια γενικευμένη παραίτηση από τα πάντα. Το αλκοόλ μετατρέπεται σε αδιαπραγμάτευτο πάθος μέχρι τέλος. Αυτές, ωστόσο, οι εμπειρίες του θα λειτουργήσουν μάλλον ευεργετικά για την ποίησή του στην οποία επανέρχεται και δύο χρόνια αργότερα εκδίδει τα «25 ποιήματα», με τα οποία θα κερδίσει εν μέρει τους κριτικούς, αλλά κυρίως θα υιοθετήσει οριστικά πια και με σιγουριά ένα καθαρά προσωπικό ύφος.
Το 1937 παντρεύεται την Caitlin. Στην αρχή του έγγαμου βίου περνάει μέρες ανείπωτης χαράς και δύο χρόνια μετά κυκλοφορεί η αριστουργηματική συλλογή «Ο χάρτης της αγάπης», ενώ παράλληλα κάνει δουλειές του ποδαριού και κάποιες διαφημίσεις για το ραδιόφωνο. Όμως, η μόνιμη φτώχεια γίνεται ακόμα πιο πιεστική, αφού η οικογένεια του ζευγαριού μεγαλώνει και τα τρία παιδιά επιβαρύνουν σημαντικά τα έξοδά τους. Ώσπου, ξαφνικά το 1940, του αναθέτουν μια ραδιοφωνική εκπομπή που θα τον κάνει διάσημο. Έτσι, η τέταρτη συλλογή του «Θάνατοι και Είσοδοι», που δημοσιεύεται το 1946, κερδίζει το αναγνωστικό κοινό κάνοντας τεράστιες πωλήσεις. Η επιτυχία και η απήχηση του έργου του έχουν πλέον πάρει την ανιούσα, σε αντιδιαστολή με την κλονισμένη από το αλκοόλ υγεία του, που παρουσιάζει προβλήματα. Το 1950 του προτείνουν να κάνει μια περιοδεία απαγγελιών στην Αμερική και ακολουθούν άλλες δύο, το 1952 και '53. Πεθαίνει όμως ξαφνικά ύστερα από καταπόνηση του οργανισμού στις 9 Νοεμβρίου 1953 στη Νέα Υόρκη από αλκοολική τοξίνωση.




                          Η όψη της αλήθειας


Τούτη την όψη της αλήθειας,
ίσως δεν βλέπεις, γιε μου,
βασιλιά των γαλανών ματιών σου
στην εκτυφλωτική πατρίδα της νιότης,
πως όλα χαλάσματα είναι,
κάτω από τους αδιάφορους ουρανούς,
από αθωότητα κι ενοχή
πριν σκιρτήσεις 
για ένα νεύμα της καρδιάς ή της κεφαλής,
όλα συναγμένα και σκορπισμένα είναι
μέσα στη σαβανώτρα σκοτεινιά
σαν την τέφρα των νεκρών.
Το καλό και το κακό, δυο δρόμοι
για να ζυγώσεις τον θάνατό σου
Πλάι στην αλέστρα θάλασσα,
βασιλιά της καρδιάς σου σε μέρες τυφλές,
ξεφυσούν σαν αναπνοή,
οδύρονται μέσα από σένα κι από μένα
και τις ψυχές όλων των ανθρώπων
μες στο αθώο
σκοτάδι, και το ένοχο σκοτάδι, και τον καλό
θάνατο, και τον κακό θάνατο, και μετά
την ύστατη στιγμή
Ππτούν σαν το αίμα των άστρων
Σαν τα δάκρυα του ήλιου,
σαν το σπέρμα της σελήνης, απομαζώματα
και φωτιά, η ιπτάμενη μεγαληγορία
του ουρανού, βασιλιά των έξι σου ετών.
Κι η βασκανία,
από την απαρχή των φυτών
και των ζώων και των πουλιών,
Ύδωρ και Φως, γη κι ουρανός,
ασκείται πάνω σου πριν κινηθείς,
και όλες σου οι πράξεις κι οι λέξεις,
κάθε αλήθεια, κάθε ψέμα,
πεθαίνουν στην αδογμάτιστη αγάπη.

























                                                                                                                 Σαν ξύπνησα


Σαν ξύπνησα, η πόλη μίλησε.
Πουλιά και ρολόγια κι εγκάρσιες καμπάνες
βούιζαν πλάι στο κουλουριασμένο πλήθος,
ακόλαστοι με ουρά στην πυρά,
ζιζάνια και τελώνια του ύπνου,
η διπλανή θάλασσα αφάνιζε
βατράχους και σατανάδες και γυναικείους οιωνούς,
ενώ έξω ένας άντρας με κλαδευτήρι,
ώς την κορφή μες στο αίμα του,
καρατομούσε το πρωινό,
ο θερμόαιμος σωσίας του Χρόνου
με τη γυριστή γενειάδα του από κάποιο βιβλίο,
λειάνιζε το τελευταίο φίδι σαν
να 'ταν ραβδί ή λεπτό κλαρί,
με τη γλώσσα του γδαρμένη στο γύρισμα ενός φύλλου.
Κάθε πρωί δημιουργώ,
Θεός της κλίνης, το καλό και το κακό,
μετά από ένα νίψιμο περίπατο,
την ακατάσχετη ανάσα θανατικής καταπληξίας
μαμούθ και θάνατο
τη γη όλων.
Εδώ που τα πουλιά ταξιδεύουν σαν φύλλα κι οι βάρκες σαν πάπιες
άκουσα, τούτο το πρωινό, ξυπνώντας,
αλλιώτικη από τους θορύβους της πόλης
μια φωνή στον ορθωμένο αέρα,
διόλου προφητική απότοκο δική μου,
να διαλαλεί τη συντριβή της παράκτιας πόλης μου.
Χρόνος ανύπαρκτος, είπαν τα ρολόγια, Θεός ανύπαρκτος, σήμαναν οι καμπάνες,
τράβηξα τα λευκά σεντόνια πάνω από τα νησιά
και τα νομίσματα πάνω στα βλέφαρά μου κροτάλισαν σαν όστρακα.


Image and video hosting by TinyPic



Ξαπλωμένοι στην αμμουδιά


Ξαπλωμένοι στην αμμουδιά, ατενίζοντας το κίτρινο
και τη μουντή θάλασσα, περίγελως εμείς που χλευάζουμε
που ακολουθούμε τα κόκκινα ποτάμια, κούφια
εσοχή λέξεων πέρα από τον ίσκιο των τζιτζικιών,
διότι σε τούτο τον κίτρινο τάφο άμμου και θάλασσας
μια επίκληση για χρώμα καλεί με τον αγέρα
μουντή και ζωηρή όπως ο τάφος κι η θάλασσα
καθώς κοιμούνται ούτως ή άλλως.
Οι σεληνιακές σιωπές, η σιωπηλή παλίρροια
που γλείφει τα ακίνητα κανάλια, ο ξηρός άρχοντας της παλίρροιας
ζαρωμένος ανάμεσα σε αμμοθύελλα και νεροποντή,
πρέπει να θεραπεύσουν τα δεινά μας από το νερό
με μια μονόχρωμη γαλήνη·
η ουράνια μουσική πάνω από την άμμο
ηχεί μαζί με τους κόκκους που βιάζονται
να κρύψουν τα χρυσαφένια βουνά και τις οικίες
της μουντής, ζωηρής, παράκτιας γης
που ζώνει αρχοντική κορδέλα, ξαπλωμένοι εμείς,
ατενίζουμε το κίτρινο, ευχόμαστε ο άνεμος να διώξει μακριά
τη μορφολογία της ακτής και τον πνιγμένο κόκκινο βράχο·
μα οι ευχές δεν αποφέρουν, μήτε
μπορούμε ν' αποφύγουμε την άφιξη του βράχου,
ξαπλώνουμε ατενίζοντας το κίτρινο έως ότου ο χρυσαφένιος καιρός
διαρρηχθεί, ω αίμα της καρδιάς μου, όπως μια καρδιά ή ένας λόφος




Ποίημα του Οκτώβρη

 Ήταν το τριακοστό μου έτος στον ουρανό
Σαν ξύπνησα στο άκουσμα του λιμανιού και του γειτονικού δάσους
Και τη συναγωγή των μυδιών και του ερωδιού
Την ιερωμένη ακτή
Το πρωινό νεύμα
Με την υδάτινη προσευχή και το κάλεσμα του γλάρου και του κόρακα
Και τον χτύπο των ιστιοφόρων πάνω στον μεμβρανώδη τοίχο
Έτοιμος εγώ να πατήσω το πόδι μου
Τη στιγμή εκείνη
Στην κοιμωμένη πόλη και το ταξίδι μου να ξεκινήσει.
Τα γενέθλιά μου ξεκίνησαν με το νερό -
Πετούμενα κι όλα τα πετούμενα των φτερωτών δέντρων ταξίδευαν το όνομά μου
Πάνω από τις φάρμες και τα λευκά άλογα
Κι εγώ ξύπνησα
Ένα βροχερό φθινόπωρο
Και περπάτησα έξω στην μπόρα όλων των ημερών μου
Πλημμυρίδα κι ο ερωδιός βούτηξε σαν πήρα τον δρόμο
Πέρα από την επικράτεια
Ενώ οι πύλες
Της πόλης έκλειναν καθώς η πόλη ξυπνούσε.
Ένα σμάρι κορυδαλλοί σ' ένα σύννεφο
Που κυλούσε κι οι θάμνοι στην άκρη του δρόμου γεμάτοι τιτιβίσματα
Κοτσυφιών κι ο ήλιος του Οκτώβρη
Καλοκαιρινός
Στον ώμο του λόφου,
Εδώ το κλίμα ήταν ήπιο κι οι τραγουδιστές γλυκείς όταν ξάφνου
Φάνηκαν το πρωί εκεί που τριγυρνούσα κι άκουγα
Τη βροχή να στίβει
Τον άνεμο τη ριπή το κρύο
Στο δάσος πέρα εκεί κάτω.
Ξεπλυμένη βροχή πάνω στο λιμάνι που αχνόσβηνε
Και στη θαλασσόβρεχτη εκκλησία στο μέγεθος σαλιγκαριού
Με τις κεραίες ορθωμένες μες στην ομίχλη και το κάστρο
Καφετί σαν κουκουβάγια
Μα όλοι οι κήποι
Της άνοιξης και του καλοκαιριού άνθιζαν ανάμεσα σε φανταστικές ιστορίες
Πέρα από την επικράτεια και κάτω από το σύννεφο γεμάτο κορυδαλλούς.
Εκεί θα μπορούσα να καμαρώνω
Τα γενέθλιά μου
Ακόμα μα ο καιρός άλλαξε.
Τράβηξε μακριά από τη χαρμόσυνη πατρίδα
Κι ο άλλος αγέρας κι ο γαλανός αλλαγμένος ουρανός
Άφησαν να κυλήσει ξανά εκεί κάτω ένα θαύμα καλοκαιριού
Με μήλα
Αχλάδια και κόκκινα μούρα
Κι είδα στην αλλαγή τόσο καθαρά ενός παιδιού
Τα ξεχασμένα πρωινά σαν περπατούσε με τη μητέρα του
Ανάμεσα στις παραβολές
Του ηλιόφωτου
Και τους θρύλους των πράσινων παρεκκλησιών
Και τους διπλοειπωμένους αγρούς της νηπιακής ηλικίας
Που τα δάκρυά του έκαψαν τα μάγουλά μου κι η καρδιά του σκίρτησε στη δική μου.
Τούτα ήταν τα δάση ο ποταμός κι η θάλασσα
Εκεί που ένα αγόρι
Στο φιλήκοο
Καλοκαίρι των νεκρών ψιθύρισε την αλήθεια της χαράς του
Στα δέντρα και τις πέτρες και τα ψάρια του αλμυρού νερού.
Και το μυστήριο
Τραγουδούσε ολοζώντανο
Ακόμα μες στο νερό και το τιτίβισμα των πουλιών.
Κι εκεί θα μπορούσα να καμαρώνω τα γενέθλιά μου
Ακόμα μα ο καιρός άλλαξε. Κι η αληθινή
Χαρά του πολύχρονου νεκρού παιδιού τραγουδούσε φλεγόμενη
Στον ήλιο.
Ήταν το τριακοστό μου
Έτος στον ουρανό κι εγώ στεκόμουν εκεί στο καλοκαιρινό μεσημέρι
Παρ' όλο που η πόλη κάτω κειτόταν φυλλοσκεπής με το αίμα του Οκτώβρη.
Είθε η αλήθεια της καρδιάς μου
να τραγουδηθεί ξανά
Σε τούτον εδώ τον ψηλό λόφο και του χρόνου.


Ένα μικρό αφιέρωμα για τον Ντύλαν Τόμας από το Ποίηση & Λόγος


πηγές για τον Ντίλαν Τόμας :http://www.bbc.co.uk/wales/arts/sites/dylan-thomas/pages/biography.shtml
http://www.poema.gr/poem.php?id=89&pid=17