Κυριακή, 14 Νοεμβρίου 2010

Γιαννούλης Χαλεπάς, Giannoulis Halepas (1851-1938)



Όταν η πεντάχρονη ανεψιὰ του Κατερίνα καθόταν στα γόνατά του και χάιδευε τα πάλλευκα γένεια, τον παρακαλούσε: Παππού πές μου ένα παραμύθι». Και ο μαρτυρικὸς γέροντας απαντούσε: «Παραμύθι! Τί παραμύθι να σου πώ; Να, εγὼ ο ίδιος, είμαι παραμύθι». 


 Ο Γιαννούλης Χαλεπάς θεωρείται από τους κορυφαίους Έλληνες γλύπτες και τ' όνομά του συνδέθηκε με την ''Κοιμωμένη'', έργο μεγάλης αισθητικής και ομορφιάς που βρίσκεται στο Ά Νεκροταφείο Αθηνών και παριστά κόρη που κοιμάται τον αιώνιο ύπνο.
Γεννήθηκε στο χωριό Πύργος της Τήνου τον Αύγουστο του 1851. Ο πατέρας του διηύθυνε  ένα εργαστήρι μαρμαρογλυπτικής με παραρτήματα στη Σμύρνη,το Βουκουρέστι και τον Πειραιά. Μεγαλύτερος από τα πέντε αδέλφια του, προοριζόταν απ' τους δικούς του να γίνει έμπορος, αλλά εκείνος αντέδρασε θέλοντας να σπουδάσει γλυπτική. Μαθήτευσε απ' το 1869 έως το 1872 στη Σχολή Καλών Τεχνών Αθήνας και τον επόμενο χρόνο έφυγε με υποτροφία για να σπουδάσει στην ακαδημία του Μονάχου κοντά στον Max Windmann μέχρι τις αρχές του 1876, όταν επέστρεψε στην Αθήνα και άνοιξε δικό του εργαστήρι.
Το 1877 τελείωσε τον ''Σάτυρο'' και τον ίδιο χρόνο έλαβε την παραγγελία για την ''Κοιμωμένη'' του, για το επιτύμβιο της Σοφίας Αφεντάκη.

     "Στις αρχές του 1878 έρχεται στο ατελιέ του Γιαννούλη Χαλεπά, η κυρία Αφεντάκη για να του δώσει μια παραγγελία. Μαζί της έχει τη φωτογραφία μιας όμορφης κόρης... Μόλις έφυγε, αμέσως βάλθηκε να βασανίζει το μυαλό του, τι έργο να κάμει... Έτσι το τελείωσε, κατόπι το σκάλισε στο μάρμαρο και στα 1880 η "Κοιμωμένη", το άγαλμα που του έδωσε τη φήμη, βρισκόταν στη γνωστή θέση του -μ' αλίμονο δίχως την υπογραφή του- πάνω στον τάφο της Σοφίας Αφεντάκη".                     

Τον χειμώνα του 1877-78 ενώ δούλευε το κεφάλι ενός ''Σάτυρου'' και μια σύνθεση, τη ''Μήδεια'' έπαθε νευρική κρίση και αρχίζει να εκδηλώνει καταστροφικές τάσεις. Ενώ είχε σχεδόν ολοκληρώσει τη ''Μήδεια'' ξεσπά και κομματιάζει το γύψινο πρόπλασμά του. Είχε προηγηθεί ένας αποτυχημένος έρωτας με μια συγχωριανή του στην Τήνο και μαζί με την σωματική και πνευματική υπερκόπωση κατέρρευσε.

«Έκανα όλο Σατύρους. -καταγράφει τα λόγια του ο Στρατής Δούκας-. Τότε έκανα και το κεφάλι του Σατύρου που χάρισα στον ανιψιό μου. Κόντεψα όμως να τον χαλάσω κι αυτόν. Τι δεν του πέταξα για να τον σπάσω. Βλέπετε; Εδώ είναι πηλός που του πέταγα στα μούτρα κι εδώ μολυβιές και ξυσίματα με τα νύχια. Ήθελα να σταματήσω το σαρκαστικό του γέλιο, που με πείραζε. Πάνω στην τρέλα μου θαρρούσα πως με κορόιδευε» (Γιαννούλης Χαλεπάς, 1978, σ. 26)

 Επιχειρεί πολλές φορές ν' αυτοκτονήσει και οι δικοί του τον στέλνουν ένα μεγάλο ταξίδι και επισκέπτεται τη Ρώμη, τη Φλωρεντία, τη Νάπολι επειδή πίστευαν ότι η συνάντησή του με τα μεγάλα έργα τέχνης θ' αφύπνιζε το πνεύμα του. Υπήρξαν πράγματι στιγμές αναλαμπών, μόνο που ήταν πρόσκαιρες και έπειτα βυθιζόταν και πάλι στην ψυχική απομόνωσή του.
Η επιδείνωση της κατάστασής του θα τον οδηγήσει στον εγκλεισμό του στο ψυχιατρείο της Κέρκυρας και το 1902, μετά τον θάνατο του πατέρα του θα ζήσει έγκλειστος στον Πύργο υπό την επιτήρηση της μητέρας του. Κατά καιρούς επιχειρεί να ξαναδουλέψει, να δουλέψει με πηλό, να σχεδιάσει, αλλά η μητέρα του κατέστρεφε κάθε του προσπάθεια πεπεισμένη ότι υπαίτια της διαταραγμένης ψυχικής και πνευματικής του κατάστασης ήταν η τέχνη.
Μετά τον θάνατο της μητέρας του, το 1916, την ίδια μέρα κλείνεται στο υπόγειο, σκουπίζει τον χώρο και τον μετατρέπει σε εργαστήρι. Όταν τακτοποίησε το εργαστήρι βγήκε στα χωράφια και μάζεψε τον πηλό που είχε πετάξει η μητέρα του και άρχισε να ξαναδουλεύει. Όλα τα έργα της Τήνου είναι φτιαγμένα από κοκκινόχωμα και άμμο, υλικό που πάντοτε μάζευε μόνος του.
Από εκείνη τη μέρα αρχίζει μια καινούργια περίοδος στη δουλειά του, η οποία διαρκεί έως το 1930. Παράλληλα εκδηλώνεται η σκληρή κοινωνική στάση απέναντι στον καλλιτέχνη που θεωρούσαν παλαβό, τραυματίζοντάς τον με χλεύη, ειρωνεία και τέλεια εγκατάλειψη. Εκείνος χωρίς τη φροντίδα κανενός και ρακένδυτος ήταν κλεισμένος στο υπόγειό του και δούλευε τον πηλό που μάζευε μόνος του. Τότε απεγνωσμένος ζητά να φύγει απ' το σκληρό κοινωνικό του περιβάλλον και γράφει στον ανιψιό του, σύζυγο της επίσης ανιψιάς του Ειρήνης : «Αγαπημένε μου Βασιλάκη, θέλω να έλθω εις την Αθήνα να ξεκουραστώ λιγάκι, διότι εδώ κουράζομαι πολύ». Η Ειρήνη πήγε στην Τήνο, όπου τον βρήκε σε άσχημη κατάσταση. Έτσι τον Σεπτέμβρη του 1930 ήλθε στην Αθήνα στο σπίτι της Ειρήνης, όπου λίγο πιο δίπλα έφτιαξε το εργαστήρι του. Άρχισε να φτιάχνει έναν μικρό Οιδίποδα, τον οποίο αργότερα μεγάλωσε, καθώς και τον ''Άγγελο'' της Πολίτου και την ''Αναπαυομένη''. Τ' αγαπημένα θέματα που επαναλαμβάνει ως τα βαθειά γηρατειά είναι η ''Μήδεια'', ο ''Σάτυρος και ο Έρως'', το ''Παραμύθι της Πεντάμορφης''. Στη δουλειά του δε χρησιμοποιούσε εργαλείο, αλλά δούλευε με το δάχτυλο. Κοντά στους δικούς του έζησε, μέχρι το 1938 μια τελευταία περίοδο δημιουργίας και δόξας, καθώς πήγαιναν στο εργαστήρι του πολλοί καλλιτέχνες, λόγιοι, δημοσιογράφοι για να τον γνωρίσουν. Στα 87 του χρόνια, το 1938 χτυπήθηκε από ημιπληγία και λίγο αργότερα πέθανε.

''Κοίταξε επίμονα για τελευταία φορά, σαν όλα τα δημιουργήματά του να είχαν ζωντανέψει και τον περικύκλωσαν, φίλησε με περιπάθεια την αγαπημένη ανιψιά του, χαμογέλασε με απέραντη καλοσύνη κι έκλεισε τα μάτια για πάντα". Πέθανε στις 15 Σεπτέμβρη.
   
"Ο κύκλος των ημερών του είχε συμπληρωθεί. Η τελευταία στιγμή έφθασε, σβήνοντας απαλά, απ' τα κουρασμένα μάτια του, το πρόσκαιρο τοπίο της ζωής. Ο Χαλεπάς απ' αυτή τη στιγμή υπάρχει σαν θρύλος. Είναι ο καλλιτέχνης που έζησε τη ζωή του πλήρη, τρυγώντας ώς τον πάτο το ξέχειλο ποτήρι του πόνου και της δημιουργικής χαράς, που του πρόσφερε η αδυσώπητη μοίρα του. Ο μεγαλοφυής καλλιτέχνης με το καλλιτεχνικό δαιμόνιο, που δεν υποτάχτηκε στους συμβιβασμούς, δεν προσκύνησε τη δύναμη. Επαναστάτης στα καθιερωμένα, στερημένος από κάθε απόλαυση, ολιγαρκής και ασκητικός, ακούραστος μόνο στις ανώτερες προτροπές του πνεύματος, ήταν επόμενο να μαρτυρήσει. Έζησε κι απέθανε όπως οι όσιοι, ακτήμων, με μόνη του περιουσία τα πήλινά του προπλάσματα, συλλήψεις μες από τις αστραπές της φαντασίας του και τις φλόγες ενός έρωτα ανικανοποίητου", έγραψεν ο Στρατής Δούκας στο βιβλίο του "Ο Βίος Ενός Αγίου". "Ο Χαλεπάς είναι ο νεοέλληνας καλλιτέχνης που, μ' όποιον όνομα και να τον καλέσουμε, θα 'ταν κατώτερο από τη μεγαλοσύνη του".





                                                                           Κοιμωμένη 


                                                                     Σάτυρος και έρως 



                                                                       άγγελος καθιστός



                                                                         φιλοστοργία 



                                                                              αρχάγγελος 


                                                                           προσευχομένη 


                                                                   Οιδίποδας κ Αντιγόνη

    
                                                                   μεγάλη αναπαυομένη



                                                παραμύθι της πεντάμορφης                                       (λεπτομέρεια)

  
                                                                             Μήδεια 




1 σχόλιο:

......

Δεν είναι που δεν έχεις τι να πείς

μάλλον κάποιο μυστικό άνθος άρχισε να ωριμάζει στη σιωπή σου...