Κυριακή, 16 Σεπτεμβρίου 2012

Ηλεκτρικός Θησέας - Παύλος Σιδηρόπουλος




Με κάτασπρο πανί ένα καράβι απ' το πενήντα έχει να φανεί
και συ βιδώθηκες μες στο λιμάνι με ανθοδέσμη που 'χει μαραθεί.
Ηλεκτρικός Θησέας σε πηγάδι κι η Αριάδνη έχει μουγκαθεί
ηλεκτρικός Θησέας σε πηγάδι κι η Αριάδνη έχει μουγκαθεί.

Σε εδίκασαν να σπαταλάς τα χρόνια σε μια ζωή χωρίς προοπτική.
Χάνεσαι σαν το γλάρο στην Ομόνοια και όταν ψάχνεις λύση στην φυγή.
 
Πληρώνεις όσο-όσο τα διόδια και κομματιάζεσαι στην εθνική.
Ηλεκτρικός Θησέας σε πηγάδι κι Αριάδνη έχει μουγκαθεί.

Ποιος είναι ισοβίτης στο σκοτάδι ποιος αλαφιάζει δίχως πληρωμή;
Ποιος σκύβει στους αφέντες το κεφάλι και ποιος τα βράδια κλαίει σαν παιδί;
 
Ποιος ονειρεύεται πως κάποιοι άλλοι βγαίνουν και κάνουν πρώτοι την αρχή;
 
Ηλεκτρικός Θησέας σε πηγάδι κι η Αριάδνη έχει μουγκαθεί.

Ναυάγια ονείρων αρμενίζουν και τα κεφάλια γεμισαν σκουριά.
Στα σούπερ μάρκετ τέλειωσε η ελπίδα και συ κοκκαλωσες στη σκαλωσιά.
 
Πού πήγαν οι τρακόσοι του Λεωνίδα και τι θα πούμε τώρα στα παιδιά;
Ηλεκτρικός Θησέας; Και τα λοιπά.

Φοβάσαι ότι θα 'ρθει καταιγίδα και θα μας πνίξει όξινη βροχή,
βάλε σε γυάλα μέσα την πατρίδα και κρύψε την καλά μέσα στη γη.
Μήπως την ψάχνουν σαν την Ατλαντίδα αφού η Πανδώρα ανοίγει το κουτί;
 
Ηλεκτρικός Θησέας σε πηγάδι κι η Αριάδνη έχει μπερδευτεί.

Ψηφοθηρία, λόγοι κι εμβατήρια ποτέ δεν έφεραν την αλλαγή
για αυτό και χάθηκες στα σφαιριστήρια και μες στα γήπεδα την Κυριακή.
 
Τώρα καθώς κοιτάς τα διυλιστήρια ρωτάς ποιοι σ' έχουν βάλει στο κλουβί.
 
Ηλεκτρικός Θησέας σε πηγάδι κι η Αριάδνη έχει τρελαθεί.

Να κλείσεις θες πληγή θανατηφόρα και μες στα νέα ψάχνεις για δουλειά.
 
Τα δάκρυα σου γίνονται μαστίγια και τον λαιμό σου σφίγγουν σα θηλιά.
 
Όσα τα κέρδισες με τα μαρτύρια τα παζαρεύουν πάλι στα χαρτιά,
τρέχεις να ψάξεις μες στα καταφύγια και βρίσκεις μιαν αιχμάλωτη γενιά.

Μια πλαστική ανέμισες σημαία, πίστεψες σ' έναν άγνωστο θεό
κρέμασες το μυαλό σε μια κεραία ειδήσεις σίριαλ και τσίχλα ροκ.
Και πώς θα ξημερώσει άλλη μέρα όταν τα λάθη κλέβουν τον καιρό;
Και πώς θα ξημερώσει άλλη μέρα όταν το ψέμα σέρνει τον χορό;

Ζωγράφισε έναν ήλιο στο ταβάνι, μίλησε με τ' αγέρι της νυχτιάς
και χόρεψε μαζί με τη σκιά σου στους ήχους μιας αδύναμης καρδιάς.
Πάρε τηλέφωνο την μοναξιά σου ή βγες ξανά στον δρόμο της φωτιάς
πάρε τηλέφωνο την μοναξιά σου ή βγες ξανά στον δρόμο της φωτιάς.




 Στίχοι: Δημήτρης Βάρος
Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος
Πρώτη εκτέλεση: Παύλος Σιδηρόπουλος & Μαρία Φωτίου ( Ντουέτο )


Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2012

Χαλίλ Γκιμπράν, Kahlil Gibran (1883-1991)

 
    “...Εγώ ο άνθρωπος , τέλος δεν έχω...”
 
Πόνος

Και μια γυναίκα μίλησε και είπε, Μίλησέ μας για τον Πόνο.
Και κείνος αποκρίθηκε:
Ο πόνος σας είναι το σπάσιμο του οστράκου που περικλείει τη γνώση σας.
Όπως το τσόφλι του καρπού πρέπει να σπάσει, για να βγει η καρδιά του στο φως του ήλιου, έτσι κι εσείς πρέπει να γνωρίσετε τον πόνο.
Κι αν μπορούσατε να κρατάτε στην καρδιά σας το θαυμασμό για τα καθημερινά θαύματα της ζωής σας. Ο πόνος δε θα σας φαινόταν λιγότερο θαυμαστός από τη χαρά σας.
Και θα δεχόσαστε τις εποχές της καρδιάς σας, όπως δέχεστε από πάντα τις εποχές που περνούν πάνω από τα χωράφια σας.
Και θα παρατηρούσατε με ηρεμία τους χειμώνες της θλίψης σας.
Πολλούς από τους πόνους σας τους διαλέγετε μονάχοι.
Είναι το πικρό φάρμακο που μ' αυτό ο γιατρός που είναι μέσα σας θεραπεύει τον άρρωστο εαυτό σας.
Γι' αυτό, να εμπιστεύεστε το γιατρό, και να πίνετε το φάρμακό του, σιωπηλά και ήρεμα.
Γιατί το χέρι του, αν και βαρύ και σκληρό, οδηγείται από το τρυφερό χέρι του Αόρατου,
Και η κούπα που σας δίνει, μ' όλο που καίει τα χείλη σας, είναι φτιαγμένη από τον πηλό που ο μεγάλος Αγγειοπλάστης μούσκεψε με τα δικά του άγια δάκρυα.

"Το Κάλεσμα του Εραστή"

Που είσαι αγαπημένη; Μήπως σ' εκείνο το μικρό
παράδεισο, να ποτίζεις τα λουλούδια που σε κοιτάνε
όπως τα βρέφη το στήθος της μάνας;

Ή μήπως στο δωμάτιό σου, όπου ο βωμός
της αρετής στήθηκε προς τιμή σου
και που σ' αυτόν προσφέρεις θυσία την ψυχή και την
καρδιά μου;

Ή ανάμεσα στα βιβλία, γυρεύοντας ανθρώπινη γνώση
ενώ είσαι γεμάτη ουράνια σοφία;
Ω συντρόφισσα της ψυχής μου, που είσαι;
Προσεύχεσαι στο ναό; Ή καλείς τη Φύση στο λιβάδι,
λιμάνι των ονείρων σου;

Είσαι στις καλύβες των φτωχών, παρηγορώντας
τους πονεμένους με τη γλύκα της ψυχής σου
και γεμίζοντας τα χέρια τους με τη γενναιοδωρία σου;
Είσαι το πνεύμα του Θεού παντού.
Είσαι δυνατότερη απ' τους αιώνες.

Θυμάσαι τη μέρα που συναντηθήκαμε, όταν
μας τύλιγε το φωτοστέφανο του πνεύματός σου;
Και πλανούνταν γύρω μας οι Άγγελοι του Έρωτα
δοξολογώντας τις πράξεις της ψυχής;

Θυμάσαι τα μονοπάτια και τα δάση που περπατούσαμε
μ' ενωμένα τα χέρια, σφιχταγκαλιασμένοι
σα να κρυβόμαστε μέσα στους ίδιους μας τους εαυτούς;

Θυμάσαι την ώρα που σ' αποχαιρέτησα
και το αγνό φιλί σου πάνω στα χείλη μου;
Εκείνο το φιλί που με δίδαξε ότι η ένωση
χειλιών ερωτευμένων
φανερώνει ουράνια μυστικά ανέκφραστα απ' τη
γλώσσα.
Ήταν η εισαγωγή σ' ένα μακρόσυρτο στεναγμό
σαν την ανάσα του Παντοδύναμου που έκανε άνθρωπο
το χώμα.

Εκείνος ο στεναγμός μ' οδήγησε στον πνευματικό
κόσμο
δείχνοντάς μου τη δόξα της ψυχής μου.
Κι αιώνια εκεί θα μείνει μέχρι πάλι να ενωθούμε.

Θυμάμαι όταν με φίλαγες και με φίλαγες
και δάκρυα έτρεχαν στα μάγουλά σου κι έλεγες:
"Συχνά πρέπει να χωρίζονται τα γήινα σώματα για
γήινους σκοπούς
και χώρια να ζουν ο κόσμος τ' αναγκάζει.
Μα ο Έρωτας κρατάει στα χέρια του το πνεύμα
ενωμένο
μέχρι να φτάσει ο θάνατος, να πάρει ενωμένες ψυχές.

Πήγαινε, αγαπημένε. Η Ζωή σε διάλεξε
εκπρόσωπό της.
υπάκουσέ την, γιατί είναι η Ομορφιά που προσφέρει
στον πιστό της
την κούπα της γλύκας της ζωής.
Όσο για τη δική μου αδειανή αγκαλιά, η αγάπη σου
θα 'ναι η παρηγοριά μου. Κι η θύμησή σου
Αιώνιος Γάμος."

Που είσαι τώρα, άλλε μου εαυτέ; Είσαι ξύπνια
μέσα στη σιωπή της νύχτας; Ας σου φέρνει
ο καθάριος άνεμος τους χτύπους της καρδιάς μου
κι όλη μου την αγάπη.

Χαϊδεύεις άραγε το πρόσωπό μου με τη θύμησή σου;
Η εικόνα δεν είναι πια σωστή,
γιατί η θλίψη έριξε τη σκιά της
στην άλλοτε χαρούμενη έκφρασή μου.

Τα δάκρυα μάραναν τα μάτια μου που
καθρέφτιζαν την ομορφιά σου
και ξέραναν τα χείλια που γλύκαινες με τα φιλιά σου.

Που είσαι αγαπημένη; Ακούς το κλάμα μου
πέρα απ' τον ωκεανό; Καταλαβαίνεις την ανάγκη μου;
Γνωρίζεις πόσο μεγάλη είναι η υπομονή μου;
υπάρχει στον άνεμο κάποιο πνεύμα για να σου φέρει
την ανάσα της ετοιμοθάνατης νιότης μου; υπάρχει
μυστική επικοινωνία ανάμεσα στους αγγέλους
για να σου φέρει το παράπονό μου;

Που είσαι, όμορφο αστέρι μου; Το σκοτάδι της ζωής
μ' έριξε στην αγκαλιά του. Η θλίψη με νίκησε.
Πάρε το χαμόγελό σου στον ουρανό.
Θα 'ρθει και θα με ζωντανέψει!
Ανάσανε την ευωδιά σου στον άνεμο! Θα με στηρίξει!

Που είσαι, αγαπημένη;
Ω, πόσο μεγάλη είναι η Αγάπη!
Και πόσο μικρός εγώ!
Ορφέας κ Ευρυδίκη 



Η δουλειά

Σας έχουν πει ότιη ζωή είναι σκοτάδι και μέσα στην απελπισία, σας γυρίζει σαν ηχώ αυτό που ειπώθηκε από τον απελπισμένο.

Κι εγώ σας λέω πως η ζωή είναι σκοτάδι αν δεν υπάρχει πάθος.

Και κάθε πάθος είναι τυφλό αν δεν υπάρχει γνώση. Και κάθε γνώση είναι μάταιη χωρίς δουλειά, μα και η δουλειά είναι άδεια χωρίς αγάπη. Μα σαν δουλεύτε μ' αγάπη, ενώνεστε με τον εαυτό σας κι ο ένας με τον άλλο κιόλοι σας με το Θεό.

Και τι σημαίνει δουλεύω με αγάπη; Σημαίνει να υφαίνεις με κλωστές που τραβάς απ' την καρδιά σου, σαν ναταν να φορέσει το ύφασμα αυτό η αγαπημένη σου ψυχή...

Σημαίνει να χτίζεις ένα σπίτι με στοργή, σαν ναταν να κατοικήσει σ' αυτό η αγαπημένη σου ψυχή...

Σημαίνει να σπέρνεις με τρυφερότητα τους σπόρους και με χαρά να συλλέγεις τη σοδειά, σαν ναταν να φάει τον καρπό η αγαπημένη σου ψυχή...

Σημαίνει να δίνεις σε όλα το δικό σου νόημα, με μια ανάσα από το πνεύμα σου...

Πολλές φορές σας άκουσα να λέτε σαν να μιλούσατε στον ύπνο σας "αυτός που δουλεύει το μάρμαρο και βρίσκει της ψυχής του την έκφραση στην πέτρα, είναι ανώτερος από αυτόν που οργώνει τη γη. Κι αυτός που πιάνει τα χρώματα του ουράνιου τόξου και τα βάζει πάνω σ' ένα πανί μα ανθρώπινες μορφές, αξίζει περισσότερο από αυτόν που φτιάχνει σανδάλια για τα πόδια μας".

Αλλά εγώ σας λέω, όχι στον ύπνο μου μα ολόξυπνος στο καταμεσήμερο, ότι ο άνεμος δεν τραγουδά γλυκύτερα στις γιγάντιες βελανιδιές απ' όσο στο πιο μικρό και ταπεινό χορταράκι...

Και μεγάλος είναι αυτός που μεταλλάζει τη φωνή του ανέμου σε τραγούδι και το κάνει γλυκό με την αγάπη του.

Η δουλειά είναι φανερωμένη αγάπη. Κι αν δεν μπορείτε να δουλεύετε μα αγάπη, παρά μόνο με αηδία, καλύτερα παρατείστε τη δουλειά σας και καθείστε στην πύλη του ναού να παίρνετε ελεημοσύνη απ' αυτούς που δουλεύουν με χαρά.

Γιατί αν ψήνεις το ψωμί με αδιαφορία, ψήνεις πικρό ψωμί, που δε χορταίνει παρά την μισή πείνα του ανθρώπου. Κι αν αγανακτείς με των σταφυλιών το πάτημα, η αγανάκτησή σου στάζει δηλητήριο στο κρασί. Κι αν σαν τους αγγέλους τραγουδάς, μα δεν αγαπάς το τραγούδι, βουλώνεις τα αυτιά του ανθρώπου στης μέρας τις φωνές και στις φωνές της νύχτας..



Ενδύμιον


 “...Εγώ ο άνθρωπος , τέλος δεν έχω...”

“... Η Ομίχλη που πλανιέται το ξημέρωμα, αφήνοντας μόνο δροσιά στους αγρούς θα υψωθεί και θα συγκεντρωθεί σε ένα σύννεφο και μετά θα πέσει σαν βροχή, και εγώ δεν διαφέρω από την Ομίχλη...”
      “...Σε τούτο τον κήπο κείτονται θαμμένοι από τα χέρια των ζωντανών ο πατέρας και η μάνα μου. Εδώ κείτονται θαμμένοι οι σπόροι των περασμένων χρόνων που ήρθαν Καβάλα στα φτερά του ανέμου. Χιλιάδες φορές θα θαφτούν εδώ η μάνα και ο πατέρας μου και χιλιάδες φορές ο άνεμος θα θάψει τον σπόρο και χιλιάδες φορές εσείς και γω θα’ρθουμε σε αυτόν τον κήπο και θα υπάρχουμε αγαπώντας την ζωή.
 “...Διάβασε τα κατάστιχα του χθες και θα καταλάβεις ότι ακόμα χρωστάς στους ανθρώπους και στη ζωή...”




Επτά φορές περιφρόνησα την ψυχή μου:

Την πρώτη φορά όταν την είδα να δειλιάζει
μπροστά στη λαχτάρα της να φτάσει στα ύψη.



Τη δεύτερη φορά όταν την είδα να κουτσαίνει
μπροστά στους ανάπηρους.



Την τρίτη φορά όταν της δόθηκε να διαλέξει
ανάμεσα στο δύσκολο και το εύκολο
και εκείνη διάλεξε το εύκολο.



Την τέταρτη φορά όταν έκανε κάποιο κακό
και παρηγορήθηκε με το ότι και οι άλλοι κάνουν κακό.
Την πέμπτη φορά όταν ανέχτηκε από αδυναμία
και δικαιολόγησε την ανοχή της σα δύναμη.
Την έκτη φορά όταν περιφρόνησε την ασχήμια κάποιου προσώπου
και δεν ήξερε ότι αυτό το πρόσωπο ήταν μια από τις δικές της μάσκες.



Και την έβδομη φορά όταν τραγούδησε τραγούδι επαίνου και το θεώρησε αρετή.



Ο Χαλίλ Γκιμπράν (1883-1931), γνωστός σαν Αθάνατος Προφήτης του Λιβάνου και Σοφός της Εποχής του, γεννήθηκε στη διάσημη πόλη Μπεχάρη. Γονείς του ήταν ο Χαλίλ Γκιμπράν και η Καμίλλα. Σπούδασε στο Μπεχάρη, το Λίβανο, τη Βηρυτό και τη Βοστόνη. Τέλειωσε τη "Σχολή Σοφίας" και έπειτα ταξίδεψε σ' ολόκληρη τη Συρία και το Λίβανο για να επισκεφτεί τους ιστορικούς χώρους και τα ερείπια του αρχαίου πολιτισμού. Έπειτα σπούδασε τρία χρόνια στη σχολή καλών τεχνών στο Παρίσι και τελειώνοντας γύρισε να ζήσει στη Νέα Υόρκη. Ο τόνος της θλίψης που εμφανίζεται τόσο συχνά στα ποιήματα, τα διηγήματα και τα γράμματα του Χαλίλ Γκιμπράν, μπορεί να αποδοθεί στις ατυχίες που γνώρισε στα νιάτα του, όπως και το θάνατο των αδερφών του και της μητέρας του, που λάτρευε.


Ο Γκιμπράν ήταν επαναστάτης και αγωνιστής, αφού πολεμούσε διαρκώς για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Ήταν μεγάλος φιλόσοφος και έχει θίξει μέσα στα βιβλία του ένα μεγάλο φάσμα θεμάτων. Το κράμα δυτικής και ανατολικής σοφίας που υιοθέτησε ο Γκιμπράν στα γραπτά του, όπως επίσης και ο πλούσιος πνευματικός και αισθηματικός κόσμος που διέθετε, έγιναν η αιτία να γίνει αγαπητός σε πολλούς αναγνώστες σε όλο τον κόσμο, αφού τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες. 


Τετάρτη, 18 Ιανουαρίου 2012

William Blake, Ουίλλιαμ Μπλέικ (1757-1827)






Άγγελοι με φυλούσανε κι εγὼ βαθιὰ κοιμόμουν. 
 Έξω, νύχτα σκοτεινή. 
 Μα ξάφνου κάτι σάλεψε πίσω απὸ την κουρτίνα: 
 ένα όνειρο είχε μπεί......



Ο Ουίλλιαμ Μπλέικ ήταν ένας από τους σημαντικότερους Άγγλους Ποιητές και παράλληλα ζωγράφος, χαράκτης εικονογράφος, μυστικιστής και οραματιστής. Σήμερα αναγνωρίζεται ως ο αυθεντικότερος και πιο εκλεκτός από τους  ρομαντικούς  ποιητές και θεωρείται μια από τις σημαντικότερες μορφές της παγκόσμιας λογοτεχνίας.
Ο Μπλέικ ζούσε τόσο πολύ μέσα στα οράματά του, ώστε αρνιόταν να σχεδιάσει εκ του φυσικού και βασιζόταν αποκλειστικά στην εσωτερική του ενόραση. Όπως οι καλλιτέχνες του Μεσαίωνα, ο Μπλέικ δεν ενδιαφερόταν για την ακρίβεια της παράστασης, γιατί η σημασία της κάθε μορφής των ονείρων του ήταν τόσο έντονη γι' αυτόν, ώστε το θέμα της απόλυτα σωστής απόδοσης δεν τον ενδιάφερε. Άρχισε να πειραματίζεται πάνω στη μέθοδο που θα χρησιμοποιούσε για να δημοσιεύσει τα ποιήματά του, όντας δύσπιστος απέναντι στους εκδότες της εποχής. Τελικά υιοθέτησε μια πρωτότυπη τεχνική εκτύπωσης συνδυάζοντας την ιδιότητα του χαράκτη και ζωγράφου με αυτή του ποιητή.  Ήταν ο πρώτος καλλιτέχνης μετά την Αναγέννηση που επαναστάτησε με τον συνειδητό αυτό τρόπο ενάντια στα καθιερωμένα κριτήρια της παράδοσης, και καταλαβαίνουμε γιατί οι σύγχρονοί του τον θεωρούσαν τόσο παράξενο. Πέρασε σχεδόν ένας αιώνας για ν'αναγνωριστεί γενικά σαν μία από τις πιο σημαντικές μορφές της αγγλικής τέχνης. Είναι κοινή διαπίστωση των μελετητών του, πως η αξία του Μπλέικ δεν περιορίζεται μόνο στο γεγονός πως αποτέλεσε έναν αξιόλογο ρομαντικό ποιητή αλλά κυρίως στο ότι κατόρθωσε παράλληλα να δημιουργήσει και να απεικονίσει ένα εξαιρετικά πολύπλοκο προσωπικό μυθολογικό σύστημα.



“Παροιμίες της Κόλασης”


Η δεξαμενή περιέχει, η πηγή ξεχειλίζει.

Να σκέπτεσαι το πρωί. Να πράττεις το μεσημέρι. Να δειπνάς το βράδυ. Να κοιμάσαι τη Νύχτα.

Να περιμένεις δηλητήριο από το στάσιμο νερό.

Αυτός που δέχεται μ’ ευγνωμοσύνη έχει πλούσια σοδειά.

Η δημιουργία ενός μικρού λουλουδιού είναι μόχθος αιώνων.

Η Πλησμονή είναι Ομορφιά

Οι χαρές γκαστρώνουν. Οι λύπες γεννάνε.

Το πουλί τη φωλιά, η αράχνη τον ιστό, ο άνθρωπος τη φιλία

Μια σκέψη γεμίζει το αχανές

Πάντα λέγε λεύτερα τη γνώμη σου και ο τιποτένιος θα σε αποφεύγει.

Οι τίγρεις της οργής είναι σοφότερες απ’ τ’ άλογα της διδαχής.

Η μηλιά ποτέ δε ρωτάει την οξιά πώς να μεγαλώσει∙ ούτε το λιοντάρι το άλογο πώς να πιάσει τη λεία του.

Η ψυχή της γλυκιάς χαράς ποτέ δε λερώνεται.

Ο ανόητος δεν βλέπει το ίδιο δέντρο με τον σοφό.

Αυτός που το πρόσωπό του δεν σκορπάει φως, ποτέ του δεν θα γίνει άστρο.

Η Αιωνιότητα είναι ερωτευμένη με τα έργα του χρόνου.

Τις ώρες της ανοησίας τις μετρά το ρολόι αλλά τις ώρες της σοφίας κανένα ρολόι δεν μπορεί να τις μετρήσει.


Οι  Παροιμίες, έρχονται σε αντίθεση με τις συμβατικές αντιλήψεις της εποχής, καθώς προτείνουν τη απελευθέρωση του ανθρώπου από τα δεσμά της θρησκευτικής και πολιτικής καταπίεσης.




                                                                      The ancient days



           The Great Red Dragon and the Woman Clothed with the Sun



Μια θεία εικόνα

H βαρβαρότητα έχει μια ανθρώπινη καρδιά
Ο φθόνος το σχήμα του ανθρώπινου προσώπου
Ο τρόμος είναι η θεία ανθρώπινη μορφή
 H μυστικότητα το ρούχο του ανθρώπου.

Το ανθρώπινο ρούχο είναι σίδερο χυτό
 H ανθρώπινη μορφή πύρινος καυστήρας 
Το ανθρώπινο πρόσωπο καμίνι σφαλιστό 
H ανθρώπινη καρδιά αχόρταγος κρατήρας.



                                                                        The fall of Satan


Η Τίγρη


Τίγρη, τίγρη, που καις λαμπρά στα

δάση της νύκτας.

Ποιό αθάνατο χέρι ή μάτι σχεδίασε

την τρομερή σου συμμετρία;

Σε τι απύθμενα βάθη ή μακρινούς ουρανούς

έκαιγε η φωτιά των ματιών σου;

Σε τι φτερά ήθελε Εκείνος να πετάξει;

Ποιό χέρι τόλμησε να πιάσει τη φωτιά σου;

Ποιό το στέρνο και ποια η τέχνη

ν’ ανοίξει θα μπορούσε την ενέργεια της καρδιάς σου;

Κι όταν η καρδιά σου άρχισε να χτυπά,

ποιό φοβερό χέρι; και ποιό φοβερό πόδι;

Ποιό σφυρί, ποιά αλυσίδα,

Σε ποιό καμίνι ήταν το μυαλό σου;

Σε ποιό

θα τολμούσε να πνίξει τους θανάσιμους φόβους του;

Όταν τα άστρα έριχναν κάτω στη γη

τα φωτεινά τους ξίφη και έβρεχαν

τους ουρανούς με τα δάκρυά τους,

Χαμογελούσε Εκείνος, που έβλεπε το έργο του;

Εκείνος που έκανε το πρόβατο, έκανε κι εσένα;

Τίγρη, τίγρη, που καις λαμπρά στα δάση της νύκτας

Ποιό αθάνατο χέρι ή μάτι σχεδίασε

την τρομερή σου συμμετρία!



                                                               Elohim creating Adam



                                                             The Night of Enitharmon's Joy           


      A Dream 

Once a dream did weave a shade
O'er my angel-guarded bed,
That an emmet lost its way
Where on grass methought I lay.

Troubled, wildered, and forlorn,
Dark, benighted, travel-worn,
Over many a tangle spray,
All heart-broke, I heard her say:

'Oh my children! do they cry,
Do they hear their father sigh?
Now they look abroad to see,
Now return and weep for me.'

Pitying, I dropped a tear:
But I saw a glow-worm near,
Who replied, 'What wailing wight
Calls the watchman of the night?

'I am set to light the ground,
While the beetle goes his round:
Follow now the beetle's hum;
Little wanderer, hie thee home!'
 

                
                                               When the morning stars sang together



                                                                       Isaac Newton



                                                                                 Pity



                                       The Angels Over The Body Of Christ



                                                                    The descent of Christ



Να δεις τον Κόσμο σε έναν κόκκο άμμου,
και τον Ουρανό σ’ ένα αγριολούλουδο,
να κρατήσεις το Άπειρο στην παλάμη σου
και την Αιωνιότητα σε μια ώρα.


"If the doors of perception were cleansed every thing would appear to man as it is, infinite ....''



......

Δεν είναι που δεν έχεις τι να πείς

μάλλον κάποιο μυστικό άνθος άρχισε να ωριμάζει στη σιωπή σου...